Κόρη του κρύσταλλου βυθού,
δάκρυ φιλί της θάλασσας,
η παγωνιά ανέμισε την ανάσα σου,
τότε που έρωτας τραμπάλιζε τα μαλλιά σου...
Πόσο κακό και αίμα πόσο,
πόσο να καταπιείς απ'το ποτήρι σου...
Δεν αλυσοδένεται το γέλιο.
Τα όνειρα δεν αναπνέουν καγκελόφραχτα...
Μάζεψες τη σπορά σου απ'τους αιώνες,
κι είπες...
Πώς να σηκώσω τα βουνά με γυμνωμένους ώμους...
Πήγες και πας ακόμα...
Δέντρο μπολιάζεις.
Ρίζες σπαθιές ριζώνεις
σε ανήμπορες καλοκαιριές ,
σε αλίμενους χειμώνες ...
Ποια μαύρη πέτρα πίσω σου
σε βάφτισε ξενιτειά μου...
Άπλωνες τα κλαδάκια σου
κι άδεια γυρίζαν αγκαλιές...
Μα εσύ,
με θρύλους κοχυλιού τ'ανάθρεψες,
μην τύχει και σκιαχτούν σε δάση
απανθρακωμένα...
Πρόσφορο χάδι και φιλί εσύ.
Τη θέρμη σου πυρώνεις
πυρπολώντας μία μία
τις ξύλινές σου μνήμες
στα σεντούκια σου...
Πήγες και πας ακόμα...
Μα θα'ρθει μια μέρα άνοιξη που
της αγάπης παφλασμός
θα εγείρει θαύμα...
Να βγείς να ιδείς .
Βασιλικό κι αστέρια ροδοπέταλα
κουτσό να παίζουν εν δυο.
Νυχτερινά γελάκια με αχ...ψυχή μου...
να μαστορεύουν
τον καιρό...
Της θάλασσας σε πήραν δειλινά
και κεχριμπάρι σύννεφο...
Να σε γλυκοσταλάξουν
μέλι και ρόιδο και κρασί...
Το κόκκινο flamengo φόρεμά σου
χορεύει γύρω σου φωτιά.
Πήγες και πας ακόμα...
Ως τον έρωτα...
(Στην αγαπημένη μου Mareld...)